κάδης

κάδης
ο кади, кадий;
обл судья

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κάδης" в других словарях:

  • κάδης — κάδης, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἁγιασμός»· …   Dictionary of Greek

  • κάδης — κάδης, ο και κατής, ο (λ. τουρκ.), Τούρκος δικαστής: Οι Έλληνες στην τουρκοκρατία σχεδόν ποτέ δεν έβρισκαν το δίκιο τους από τον κάδη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καδής — ο βλ. κατής …   Dictionary of Greek

  • καδής ή κατής — Iεροδικαστής, την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο οποίος δίκαζε βάσει του ιερού μουσουλμανικού δικαίου κυρίως κληρονομικές και οικογενειακές υποθέσεις. Κατά τον Μεσαίωνα εκτελούσε χρέη συμβολαιογράφου, κηδεμόνευε τα ορφανά ή διόριζε… …   Dictionary of Greek

  • κατής — Βλ. λ. καδής. * * * και καδής, ο (Μ κατής) Τούρκος δικαστής που δίκαζε επί τη βάσει θρησκευτικού δικαίου, ιεροδικαστής νεοελλ. ειρηνοδίκης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kadi] …   Dictionary of Greek

  • CADIUS vulgo CADI — CADIUS, vulgo CADI Iudex, Praefectus apud Turcas et Saracenos, Meursius in Κάδης, Cadmus corrupte habet Matthaeus Parisius in Histor …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κάτης — Βλ. λ. καδής. * * * ο (Μ κάτης) γάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για το ουσ. κάτα* με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • καδηλίκι — και καδηλίκιον, το [καδής] (στην Τουρκία και στο παρελθόν στις τουρκοκρατούμενες χώρες) περιφέρεια δικαστικής εξουσίας τού καδή …   Dictionary of Greek

  • μέρος — το (ΑM μέρος) 1. τμήμα ενός όλου, τεμάχιο, κομμάτι (α. «γκρεμίστηκε ένα μέρος τού τοίχου» β. «κίνησις γὰρ αὕτη δὴ μεγίστη τοῑς Ἕλλησιν ἐγένετο καὶ μέρει τινὶ τῶν βαρβάρων», Θουκ.) 2. αυτό που αναλογεί στον καθένα, μερίδιο, μέρισμα, μερτικό («πήρε …   Dictionary of Greek

  • ξενοκαδής — ξενοκαδής, ές (Α) αυτός που φροντίζει τους ξένους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + κᾱδής, δωρ. τ. τού κηδής (< κῆδος «φροντίδα»), πρβλ. δημο κηδής] …   Dictionary of Greek

  • Αμπντ ελ-Κριμ — (Αζντίρ 1882 – Κάιρο 1963). Μαροκινός αγωνιστής (το πραγματικό όνομά του ήταν Μωχάμετ ιμπν Αμπντ αλ Καρίμ αλ Χατάμπι). Γιος φύλαρχου του Ριφ, έγινετο 1914 καδής της Μελίλια, αναμείχθηκε στους πολιτικούς αγώνεςτης χώρας του και προμήθευσε όπλα τον …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»